Μια πρόσφατη έρευνα από το Εθνικό Ινστιτούτο Διαβήτη, Πεπτικών και Νεφρικών Παθήσεων στο Bethesda της Αμερικής θέλησε να μελετήσει τη διαφορετική επίπτωση που μπορεί να έχει στην κατανάλωση θερμίδων μια διατροφή υψηλή σε φυτικά τρόφιμα και χαμηλή σε λίπος, σε σχέση με μια διατροφή υψηλή σε ζωικά τρόφιμα και χαμηλή σε υδατάνθρακες. Είναι γνωστό ότι τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα λίπους οδηγούν σε υψηλή κατανάλωση θερμίδων, λόγω της υψηλής θερμιδικής τους αξίας, ενώ τρόφιμα υψηλά σε υδατάνθρακες όταν καταναλώνονται προκαλούν μεγάλες αυξομειώσεις στα επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης στο αίμα και μπορεί να οδηγήσουν σε υπερφαγία. Οι επιστήμονες μελέτησαν 20 ενήλικες, 11 άνδρες και 9 γυναίκες, χωρίς διαβήτη για 4 συνεχόμενες εβδομάδες, οι οποίοι διέμεναν μέσα στο κέντρο μελέτης, με αποτέλεσμα η διατροφή τους να είναι 100 % ελεγχόμενη.  Τις δυο από τις τέσσερις εβδομάδες οι συμμετέχοντες λάμβαναν μια διατροφή φυτική, χαμηλή σε λίπος και υψηλή σε υδατάνθρακες (10,3 % λίπος, 75,2 % υδατάνθρακες και 14 % πρωτεΐνη), ενώ τις επόμενες δυο εβδομάδες λάμβαναν μια διατροφή ζωική, υψηλή σε λίπος και χαμηλή σε υδατάνθρακες (75,8 % λίπος, 10 % υδατάνθρακες και 14 % πρωτεΐνη, κετογονική διατροφή), καθώς και οι δυο διατροφές παρείχαν ανάλογη ποσότητα μη αμυλούχων λαχανικών, όπως για παράδειγμα αγκινάρες, λαχανάκια Βρυξελλών, μπρόκολο, κουνουπίδι, αγγούρι, σπανάκι, λάχανο και μανιτάρια. Καμία από τις δυο διατροφές δεν εμπεριείχε βιομηχανοποιημένα τρόφιμα. Οι συμμετέχοντες λάμβαναν και στις δυο διατροφές 3 γεύματα ημερησίως καθώς και σνακ ενδιάμεσα τα οποία μπορούσαν να καταναλώνουν κατά βούληση, συνεπώς δεν υπήρχε ποσοτικός έλεγχος πόσο φαγητό μπορούσαν να φάνε. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες στην φυτική / υψηλή σε υδατάνθρακες διατροφή κατανάλωσαν κατά μέσω όρο 500 με 700 θερμίδες λιγότερες σε σχέση με την περίοδο που ακολουθούσαν την ζωική / χαμηλή σε υδατάνθρακες διατροφή. Παρά τις εμφανείς διαφορές στην κατανάλωση θερμίδων μεταξύ των δυο διαφορετικών διατροφών οι συμμετέχοντας δήλωσαν μηδενική διαφορά σε επίπεδα πείνας, ευχαρίστησης γευμάτων και πληρότητας μεταξύ των δυο διατροφών. Ενώ και στις δυο διατροφές παρατηρήθηκε απώλεια βάρους, κατά την περίοδο που ακολουθούσαν την φυτική / υψηλή σε υδατάνθρακες διατροφή οι συμμετέχοντες παρουσίασαν την υψηλότερη απώλεια σωματικού λίπους. Ενώ λοιπόν οι συμμετέχοντες παρουσίασαν μεγαλύτερες αυξομειώσεις στα επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης στο αίμα ακολουθώντας την φυτική / υψηλή σε υδατάνθρακες διατροφή, κατανάλωσαν λιγότερες θερμίδες και μείωσαν περισσότερο το σωματικό τους λίπους λίπος, σε σχέση με την ζωική / χαμηλή σε υδατάνθρακες διατροφή, που ουσιαστικά αναιρεί την επικρατούσα άποψη ότι οι διατροφές που είναι υψηλές σε υδατάνθρακες προκαλούν υπερφαγία. Επίσης, η ζωική / χαμηλή σε υδατάνθρακες διατροφή δεν προκάλεσε αύξηση βάρους, παρότι ήταν υψηλή σε λίπος. Βλέπουμε λοιπόν ότι η υπερκατανάλωση και η αύξηση του βάρους δεν σχετίζονται με τα ποσοστά λίπους και υδατανθράκων μιας διατροφής, αλλά υπάρχουν περαιτέρω παράγοντες που τα επηρεάζουν. Παρελθοντική ανάλογη έρευνα έδειξε ότι μια διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε βιομηχανοποιημένα τρόφιμα προκάλεσε αύξηση βάρους και υπερφαγία, σε σχέση με μια άλλη διατροφή, ανάλογη σε υδατάνθρακες και λίπος, αλλά με ελάχιστα βιομηχανοποιημένα τρόφιμα. Σύμφωνα με τους επιστήμονες η συγκεκριμένη έρευνα δεν αποτελεί κάποια μεθοδολογία αδυνατίσματος και ίσως τα αποτελέσματα να ήταν διαφορετικά αν οι συμμετέχοντες επιθυμούσαν απώλεια βάρους. Επίσης, τα γεύματα προετοιμάζονταν και παρέχονταν από το προσωπικό του Ινστιτούτου για να καταναλωθούν από τους συμμετέχοντες στις εγκαταστάσεις του Ινστιτούτου και συνεπώς αν οι συμμετέχοντες έμεναν στους προσωπικούς τους χώρους μπορεί να αντιμετώπιζαν προβλήματα όπως το κόστος φαγητού, την διαθεσιμότητα φαγητού καθώς και περιορισμούς στην προετοιμασία των γευμάτων και συνεπώς να μην ήταν σε θέση να ακολουθήσουν πλήρως τις διατροφικές υποδείξεις. Ενώ είναι μια πολύ μικρή έρευνα, η παραμονή των συμμετεχόντων στο Ινστιτούτο για την διάρκεια των 4 εβδομάδων εξασφάλισε την εγκυρότητα της καταγραφής της κατανάλωσης των γευμάτων και των πληροφοριών που συλλέχθηκαν.

Καραγιάννης Νικόλαος BSc, SRD, MPhil Κλινικός Διαιτολόγος-Διατροφολόγος-Ερευνητής

Link: Nature Medicine